Καθώς η ΕΕ αναθεωρεί την πολιτική της για την Αρκτική, η Συμφωνία για την Αλιεία στον Κεντρικό Αρκτικό Ωκεανό αποδεικνύει ότι η συνεργασία με βάση την επιστήμη μπορεί να αντέξει ακόμη και σε συνθήκες έντονου γεωπολιτικού ανταγωνισμού.
Η Αρκτική βρέθηκε φέτος στο επίκεντρο της διεθνούς γεωπολιτικής ατζέντας. Πιο πρόσφατα, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ επανέφερε την επιδίωξή του να αποκτήσει τη Γροιλανδία, ασκώντας πρωτοφανή πίεση σε έναν σύμμαχο του ΝΑΤΟ για τον έλεγχο της νήσου.
Η Γροιλανδία βρίσκεται σε στρατηγική θέση, πάνω στις βασικές θαλάσσιες οδούς που συνδέουν την Αρκτική με τον Βόρειο Ατλαντικό, ενώ διαθέτει ορισμένα από τα μεγαλύτερα κοιτάσματα σπάνιων γαιών στον κόσμο. Ωστόσο, για χρόνια η Ευρώπη αντιμετώπιζε την περιοχή περισσότερο ως ένα μακρινό περιβαλλοντικό ζήτημα παρά ως στρατηγική προτεραιότητα. Αυτή η αδράνεια είχε ως αποτέλεσμα η Ευρωπαϊκή Ένωση να ακολουθεί τις εξελίξεις αντί να τις διαμορφώνει.
Σήμερα, η ΕΕ αναθεωρεί την πολιτική του 2021 για την Αρκτική, σε μια διαδικασία που θα καθορίσει τη στρατηγική της παρουσία στην περιοχή για την επόμενη δεκαετία.
Καθώς ο πόλεμος της Ρωσίας στην Ουκρανία συνεχίζεται, οι αμυντικές δαπάνες αυξάνονται και ο ανταγωνισμός για τους φυσικούς πόρους και τις θαλάσσιες οδούς εντείνεται, η Ευρώπη κινδυνεύει να αντιμετωπίσει την Αρκτική αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα της ασφάλειας.
Αν συμβεί αυτό, θα χάσει μια σπάνια ευκαιρία να προωθήσει την αποκλιμάκωση μέσω της διπλωματίας, της επιστήμης και μιας περιφερειακής διακυβέρνησης που στηρίζεται σε κανόνες.
Δεν είναι μόνο ζήτημα ασφάλειας
Μπήκα στην πολιτική στην Αθήνα τη δεκαετία του 1970, όταν η δημοκρατική τάξη είχε καταρρεύσει, και έμαθα από νωρίς ότι η ανοικοδόμησή της απαιτεί πολύ περισσότερο χρόνο απ’ ότι η κατεδάφισή της.
Αργότερα, ως Ευρωπαία Επίτροπος Θαλάσσιων Υποθέσεων και Αλιείας, διαπίστωσα την ίδια αλήθεια στη θάλασσα: η ασάφεια γύρω από τη διαχείριση κοινών πόρων τροφοδοτεί τις συγκρούσεις, ενώ οι σαφείς κανόνες τις αποτρέπουν. Θέτοντας την επιστήμη στο επίκεντρο των αποφάσεων, τα υγιή ιχθυαποθέματα στην Ευρώπη, από ελάχιστα που ήταν, έγιναν δεκάδες.
Αυτό ακριβώς παραβλέπει η προσέγγιση που εστιάζει αποκλειστικά στην ασφάλεια. Ο εντονότερος ανταγωνισμός σήμερα αφορά την επικράτεια και τα παράκτια ύδατα, από τη Γροιλανδία έως τις θαλάσσιες οδούς κατά μήκος των βόρειων ακτών της Ρωσίας.
Καθώς οι πάγοι υποχωρούν, ο ανταγωνισμός αυτός απειλεί να επεκταθεί στα διεθνή ύδατα πέρα από κάθε εθνική δικαιοδοσία: στον Κεντρικό Αρκτικό Ωκεανό, μια περιοχή γύρω από τον Βόρειο Πόλο με έκταση αντίστοιχη της Μεσογείου. Παράλληλα, το ενδιαφέρον της βιομηχανίας για τον Βορρά αυξάνεται διαρκώς.
Ένας βιομηχανοποιημένος Κεντρικός Αρκτικός Ωκεανός δεν αποτελεί μόνο περιβαλλοντική απειλή. Λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής κινδύνων, εντείνοντας τον ανταγωνισμό και αυξάνοντας τη στρατηγική αστάθεια.
Η εφαρμογή της αρχής της πρόληψης (precautionary principle) αρχικά στα διεθνή ύδατα –εκεί όπου οι μεγάλες δυνάμεις έχουν τα λιγότερα να χάσουν και τους περισσότερους λόγους να συνεργαστούν– μπορεί να δημιουργήσει την εμπιστοσύνη και τους θεσμούς που απαιτούνται για την αποκλιμάκωση των εντάσεων σε ολόκληρη την περιοχή.
Διασφαλίζοντας τη Συμφωνία για την Αλιεία στον Κεντρικό Αρκτικό Ωκεανό
Υπάρχει ήδη ένα επιτυχημένο προηγούμενο. Πριν από πέντε χρόνια, η Ευρωπαϊκή Ένωση υπέγραψε τη Συμφωνία για την Αλιεία στον Κεντρικό Αρκτικό Ωκεανό μαζί με εννέα ακόμη συμβαλλόμενα μέρη, μεταξύ των οποίων οι ΗΠΑ, η Ρωσία και η Κίνα. Τα μέρη συμφώνησαν να αναστείλουν την εμπορική αλιεία στην περιοχή τουλάχιστον έως το 2037, ώστε να δοθεί χρόνος στην επιστημονική έρευνα. Τον Ιούνιο, οι εκπρόσωποί τους συναντήθηκαν ξανά στις Βρυξέλλες για τον τελευταίο γύρο συνομιλιών στο πλαίσιο της συμφωνίας.
Η αναστολή της εμπορικής αλιείας, μέχρι να αποκτήσει η επιστήμη τα αναγκαία δεδομένα ίσως να μην ακούγεται ιδιαίτερα ριζοσπαστική. Το γεγονός όμως ότι οι ΗΠΑ, η Ρωσία και η Κίνα υπέγραψαν το ίδιο κείμενο και εξακολουθούν να το τηρούν μέσα σε μια τόσο ταραχώδη περίοδο, είναι.
Γι’ αυτό η συμφωνία αποτελεί ταυτόχρονα μια δέσμευση που πρέπει να διαφυλαχθεί και ένα πρότυπο που αξίζει να επαναληφθεί.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει να διασφαλίσει την εφαρμογή του μορατόριουμ έως ότου ολοκληρωθεί η έρευνα, να διατηρήσει ενωμένα τα συμβαλλόμενα μέρη και να χρηματοδοτήσει επαρκώς το κοινό ερευνητικό πρόγραμμα της συμφωνίας. Παράλληλα, πρέπει να εξασφαλίσει ότι οι αυτόχθονες λαοί της Αρκτικής θα συνεχίσουν να συμμετέχουν ουσιαστικά στη διαδικασία, όπως συνέβαλαν και στη διαμόρφωση της ίδιας της συμφωνίας.
Η ίδια λογική μπορεί να εφαρμοστεί και στις νέες πιέσεις που διαμορφώνονται σήμερα. Η Ευρώπη ήδη πρωτοστατεί στην εφαρμογή της αρχής της πρόληψης, υιοθετώντας επιφυλακτική στάση απέναντι στην εξόρυξη μεταλλευμάτων από τον θαλάσσιο βυθό πέρα από τα όρια της εθνικής δικαιοδοσίας.
Η προσέγγιση αυτή μπορεί να επεκταθεί και στη ναυσιπλοΐα μέσω του Κεντρικού Αρκτικού Ωκεανού, μια προοπτική που απέχει ακόμη αρκετά χρόνια από το να καταστεί βιώσιμη και συνοδεύεται από σοβαρούς οικονομικούς, περιβαλλοντικούς και γεωπολιτικούς κινδύνους.
Η αναθεώρηση της ευρωπαϊκής στρατηγικής για την Αρκτική αποτελεί μια κρίσιμη δοκιμασία για το κατά πόσον η Ευρώπη μπορεί να μετατρέψει τις διακηρυγμένες δεσμεύσεις της υπέρ της αρχής της πρόληψης, του σεβασμού του διεθνούς δικαίου, της διεθνούς συνεργασίας και της κλιματικής ηγεσίας σε μια συνεκτική και διαχρονική πολιτική.
Πέρα από τα πολεμικά πλοία και τις στρατιωτικές δυνάμεις, ο Κεντρικός Αρκτικός Ωκεανός προσφέρει την ευκαιρία να επαναπροσδιορίσουμε την έννοια της ασφάλειας. Δημιουργώντας κοινά θεσμικά πλαίσια που φέρνουν τα κράτη στο ίδιο τραπέζι με ειρηνικό τρόπο, οι Βρυξέλλες μπορούν να αποτρέψουν το λιώσιμο των πάγων να μετατρέψει τον ωκεανό σε μια ανεξέλεγκτη αρένα ανταγωνισμού.
Οι αποφάσεις που θα λάβει η Ευρώπη φέτος θα συμβάλουν στο να καθοριστεί αν ο Κεντρικός Αρκτικός Ωκεανός θα εξελιχθεί στο επόμενο πεδίο αντιπαράθεσης των μεγάλων δυνάμεων ή αν θα παραμείνει η απόδειξη ότι ένας διαφορετικός δρόμος εξακολουθεί να είναι εφικτός.
Διαβάστε το πρωτότυπο άρθρο στα αγγλικά: https://www.theparliamentmagazine.eu/news/article/the-arctic-is-where-the-eu-can-lead-through-diplomacy